Κερατίτιδα: Αίτια, συμπτώματα και σύγχρονη αντιμετώπιση
Η κερατίτιδα είναι η φλεγμονή του κερατοειδούς, της διαφανούς μεμβράνης που καλύπτει το πρόσθιο τμήμα του ματιού, μπροστά από την ίριδα και την κόρη. Ο κερατοειδής αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οπτικά στοιχεία του οφθαλμού, καθώς επιτρέπει τη διέλευση του φωτός και συμβάλλει καθοριστικά στην ευκρινή όραση.
Η κερατίτιδα μπορεί να προκληθεί από μικροοργανισμούς, όπως βακτήρια, ιούς, μύκητες και παράσιτα, αλλά και από μη λοιμώδεις παράγοντες, όπως τραυματισμούς, ξηροφθαλμία ή έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία.
Ορισμένες μορφές είναι σχετικά ήπιες, ενώ άλλες μπορούν να προκαλέσουν έλκη, ουλές ή ακόμη και μόνιμη απώλεια της όρασης. Για τον λόγο αυτό η σωστή διάγνωση και η έγκαιρη αντιμετώπιση είναι ιδιαίτερα σημαντικές.
Εκπαιδευτική απεικόνιση των συχνότερων μορφών κερατίτιδας και των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων τους. Η διάγνωση απαιτεί οφθαλμολογική εξέταση.
Ποια είναι τα συμπτώματα της κερατίτιδας;
Τα χαρακτηριστικότερα συμπτώματα είναι η ερυθρότητα, ο πόνος, η φωτοφοβία και η θόλωση της όρασης. Συχνά συνυπάρχουν δακρύρροια, αίσθημα ξένου σώματος και δυσκολία στο άνοιγμα του ματιού.
Σε ορισμένες λοιμώδεις μορφές εμφανίζεται μια λευκή ή γκριζωπή περιοχή πάνω στον κερατοειδή, η οποία αντιστοιχεί σε φλεγμονώδη διήθηση. Όταν δημιουργηθεί απώλεια ιστού στην επιφάνειά του, πρόκειται για έλκος κερατοειδούς.
Η ένταση των συμπτωμάτων δεν είναι πάντοτε ανάλογη με τη βαρύτητα της πάθησης. Επομένως, ακόμη και ένας σχετικά ήπιος ερεθισμός μπορεί να απαιτεί άμεση εξέταση, ιδιαίτερα σε χρήστες φακών επαφής.
Βακτηριακή κερατίτιδα
Η βακτηριακή κερατίτιδα είναι μία από τις σοβαρότερες λοιμώξεις του κερατοειδούς. Προκαλείται από διάφορα βακτήρια, μεταξύ των οποίων ο σταφυλόκοκκος και η ψευδομονάδα (Pseudomonas aeruginosa).
Εμφανίζεται συχνότερα σε χρήστες φακών επαφής, ιδιαίτερα όταν οι φακοί χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια του ύπνου, δεν καθαρίζονται σωστά ή παραμένουν στο μάτι περισσότερο από το συνιστώμενο χρονικό διάστημα.
Μπορεί επίσης να παρουσιαστεί μετά από τραυματισμό του κερατοειδούς ή σε ασθενείς με σοβαρή διαταραχή της οφθαλμικής επιφάνειας.
Η βακτηριακή κερατίτιδα μπορεί να εξελιχθεί γρήγορα, προκαλώντας εκτεταμένο έλκος και καταστροφή του κερατοειδικού ιστού. Η θεραπεία περιλαμβάνει κατάλληλα αντιβιοτικά κολλύρια, τα οποία σε σοβαρές περιπτώσεις χορηγούνται πολύ συχνά κατά το αρχικό στάδιο.
Ιογενής κερατίτιδα
Η συχνότερη σοβαρή ιογενής μορφή είναι η ερπητική κερατίτιδα, η οποία προκαλείται κυρίως από τον ιό του απλού έρπητα (Herpes Simplex Virus – HSV).
Ο ιός μπορεί να παραμένει ανενεργός στον οργανισμό και να επανενεργοποιείται, προκαλώντας υποτροπιάζοντα επεισόδια φλεγμονής του κερατοειδούς.
Χαρακτηριστική εκδήλωση είναι η δενδριτική επιθηλιακή βλάβη, η οποία μπορεί να αναγνωριστεί κατά την εξέταση με ειδική χρωστική.
Η φλεγμονή μπορεί να επεκταθεί στις βαθύτερες στιβάδες του κερατοειδούς και να προκαλέσει ουλές ή μόνιμη θόλωση.
Η αντιμετώπιση βασίζεται σε αντιικά φάρμακα, σε μορφή κολλυρίων ή θεραπείας από το στόμα. Σε ορισμένες βαθύτερες φλεγμονώδεις μορφές μπορεί να χρησιμοποιηθούν και κορτικοστεροειδή, αποκλειστικά με κατάλληλη αντιική κάλυψη και στενή οφθαλμολογική παρακολούθηση.
Κερατίτιδα μπορεί επίσης να προκαλέσει ο ιός του έρπητα ζωστήρα, ιδιαίτερα όταν προσβάλλει την περιοχή γύρω από το μάτι.
Μυκητιασική κερατίτιδα
Η μυκητιασική κερατίτιδα προκαλείται από μύκητες όπως ο Fusarium, ο Aspergillus και η Candida.
Εμφανίζεται συχνά έπειτα από τραυματισμό του ματιού με φυτικά υλικά, όπως κλαδιά, φύλλα ή αγκάθια. Μπορεί επίσης να σχετίζεται με τη χρήση φακών επαφής ή με προϋπάρχουσες παθήσεις του κερατοειδούς.
Η λοίμωξη μπορεί να εξελίσσεται σταδιακά και να προκαλεί βαθιά φλεγμονή, έλκος και καταστροφή των κερατοειδικών ιστών.
Η θεραπεία απαιτεί ειδικά αντιμυκητιασικά φάρμακα και συχνά παρατεταμένη παρακολούθηση. Σε σοβαρές περιπτώσεις ενδέχεται να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση.
Ακανθαμοιβαδική κερατίτιδα
Η ακανθαμοιβαδική κερατίτιδα είναι μια σπάνια αλλά ιδιαίτερα σοβαρή λοίμωξη, που προκαλείται από τον μικροοργανισμό Acanthamoeba.
Προσβάλλει κυρίως χρήστες φακών επαφής και σχετίζεται με την έκθεση σε νερό, όπως κατά το κολύμπι ή το ντους με φακούς επαφής, καθώς και με την ανεπαρκή απολύμανσή τους.
Χαρακτηριστικό σύμπτωμα μπορεί να είναι ο έντονος πόνος, δυσανάλογος προς τα αρχικά κλινικά ευρήματα, αν και ορισμένοι ασθενείς μπορεί να μην παρουσιάζουν έντονο πόνο.
Η διάγνωση είναι μερικές φορές δύσκολη, επειδή η εικόνα της μπορεί να μοιάζει με άλλες μορφές κερατίτιδας.
Η θεραπεία περιλαμβάνει ειδικά αντιπρωτοζωικά φάρμακα και μπορεί να διαρκέσει αρκετούς μήνες. Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική για το τελικό αποτέλεσμα.
Μη λοιμώδης κερατίτιδα
Δεν προκαλούνται όλες οι κερατίτιδες από μικροοργανισμούς. Η μη λοιμώδης κερατίτιδα μπορεί να σχετίζεται με σοβαρή ξηροφθαλμία, τραυματισμούς, ατελή σύγκλειση των βλεφάρων ή παρατεταμένη έκθεση του κερατοειδούς.
Μια ιδιαίτερη μορφή είναι η φωτοκερατίτιδα, που προκαλείται από υπερβολική έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία, όπως κατά την ηλεκτροσυγκόλληση χωρίς κατάλληλη προστασία ή από την έντονη αντανάκλαση του ηλιακού φωτός στο χιόνι.
Υπάρχουν επίσης φλεγμονώδεις κερατίτιδες που συνδέονται με αυτοάνοσα νοσήματα, καθώς και νευροτροφικές διαταραχές, στις οποίες η μειωμένη αισθητικότητα του κερατοειδούς εμποδίζει τη φυσιολογική επούλωση.
Η θεραπεία εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία και μπορεί να περιλαμβάνει λιπαντικά κολλύρια, ειδικές προστατευτικές θεραπείες ή άλλες παρεμβάσεις.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση βασίζεται στη λεπτομερή εξέταση με σχισμοειδή λυχνία. Ο οφθαλμίατρος αξιολογεί την επιφάνεια και τις βαθύτερες στιβάδες του κερατοειδούς, την παρουσία διηθήσεων και πιθανών ελκών.
Συχνά χρησιμοποιείται φλουορεσκεΐνη, μια ειδική χρωστική που αναδεικνύει τις βλάβες του επιθηλίου.
Σε σοβαρές, κεντρικές ή άτυπες λοιμώξεις μπορεί να απαιτηθεί λήψη υλικού από τον κερατοειδή για καλλιέργεια, μοριακές εξετάσεις ή άλλες ειδικές διαγνωστικές μεθόδους.
Πώς αντιμετωπίζεται η κερατίτιδα;
Η επιλογή της θεραπείας εξαρτάται από το αίτιο και τη βαρύτητα της φλεγμονής. Μπορεί να χρειαστούν αντιβιοτικά, αντιικά, αντιμυκητιασικά ή ειδικά αντιπαρασιτικά φάρμακα.
Σε προχωρημένες λοιμώξεις που έχουν προκαλέσει σοβαρή καταστροφή του κερατοειδούς μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική επέμβαση ή μεταμόσχευση κερατοειδούς.
Τα κορτιζονούχα κολλύρια δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται χωρίς σαφή οφθαλμολογική διάγνωση. Σε ορισμένες λοιμώξεις, ιδιαίτερα στη μυκητιασική, στην ακανθαμοιβαδική και στην επιθηλιακή ερπητική κερατίτιδα, μπορούν να επιδεινώσουν σημαντικά την κατάσταση.
Πώς μπορούμε να προλάβουμε την κερατίτιδα;
Η σωστή υγιεινή των φακών επαφής αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτρα πρόληψης. Οι φακοί πρέπει να καθαρίζονται με τα κατάλληλα απολυμαντικά διαλύματα και να αντικαθίστανται σύμφωνα με τις οδηγίες του οφθαλμιάτρου.
Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται νερό βρύσης για τον καθαρισμό ή την αποθήκευση των φακών. Επίσης, συνιστάται η αφαίρεσή τους πριν από το κολύμπι, το ντους και τον ύπνο, εκτός εάν υπάρχει ειδική ιατρική οδηγία.
Η προστασία των ματιών από τραυματισμούς και υπεριώδη ακτινοβολία συμβάλλει επίσης στην πρόληψη ορισμένων μορφών κερατίτιδας.
Πότε χρειάζεται άμεση οφθαλμολογική εξέταση;
Η εμφάνιση έντονου πόνου, ερυθρότητας, φωτοφοβίας, λευκής κηλίδας στον κερατοειδή ή μείωσης της όρασης απαιτεί άμεση οφθαλμολογική εξέταση, ιδανικά την ίδια ημέρα.
Οι χρήστες φακών επαφής που παρουσιάζουν τέτοια συμπτώματα πρέπει να αφαιρούν αμέσως τους φακούς, να μην τους επανατοποθετούν και να αναζητούν επειγόντως οφθαλμολογική αξιολόγηση.
Η κερατίτιδα είναι μια πάθηση που δεν πρέπει να υποτιμάται. Η έγκαιρη διάγνωση, η αναγνώριση της αιτίας και η κατάλληλη θεραπεία είναι καθοριστικές για την προστασία της διαφάνειας του κερατοειδούς και τη διατήρηση της όρασης.